Definition
▶
Δεκαεπτά
Dekaepta
Ο αριθμός που ακολουθεί το δεκαέξι και προηγείται του δεκαοκτώ.
العدد الذي يلي الستة عشر ويسبق الثمانية عشر.
▶
Ο Γιάννης είναι δεκαεπτά χρονών.
يبلغ يانيس سبعة عشر عاماً.
▶
Σήμερα γιορτάζουμε τα δεκαεπτά γενέθλια της Μαρίας.
نحتفل اليوم بعيد ميلاد ماريا السابع عشر.
▶
Στην τάξη μας υπάρχουν δεκαεπτά μαθητές.
في صفنا هناك سبعة عشر طالباً.