Definition
▶
Τρίτη
Tríti
Η Τρίτη είναι η δεύτερη ημέρα της εβδομάδας, που ακολουθεί τη Δευτέρα.
الثلاثاء هو اليوم الثاني من الأسبوع، الذي يلي الاثنين.
▶
Η Τρίτη είναι η ημέρα που έχω το μάθημα των αγγλικών.
الثلاثاء هو اليوم الذي لدي فيه درس اللغة الإنجليزية.
▶
Συνήθως πηγαίνω στο γυμναστήριο κάθε Τρίτη.
عادةً ما أذهب إلى صالة الألعاب الرياضية كل يوم ثلاثاء.
▶
Η συνάντηση μας είναι προγραμματισμένη για την Τρίτη το απόγευμα.
اجتماعنا مقرر يوم الثلاثاء بعد الظهر.