Definition
▶
χαμένος
chamenos
Ο όρος 'χαμένος' αναφέρεται σε κάτι ή κάποιον που δεν μπορεί να βρεθεί ή έχει χαθεί.
المصطلح 'مفقود' يشير إلى شيء أو شخص لا يمكن العثور عليه أو فقد.
▶
Έχασα το κινητό μου και είναι χαμένο.
فقدت هاتفي وهو مفقود.
▶
Ο σκύλος μου είναι χαμένος εδώ και δύο μέρες.
كلبي مفقود منذ يومين.
▶
Αναζητούμε τον χαμένο θησαυρό της οικογένειας.
نبحث عن الكنز المفقود للعائلة.