Definition
▶
τυχαίος
tychaíos
Ο όρος 'τυχαίος' αναφέρεται σε κάτι που συμβαίνει χωρίς προγραμματισμό ή σχέδιο, με αποτέλεσμα να είναι απρόβλεπτο.
مصطلح 'عشوائي' يشير إلى شيء يحدث بدون تخطيط أو تصميم، مما يجعله غير متوقع.
▶
Η κλήρωση ήταν τυχαία και κανείς δεν ήξερε ποιος θα κερδίσει.
كانت القرعة عشوائية ولم يعرف أحد من سيفوز.
▶
Διάβασα ένα τυχαίο άρθρο στο διαδίκτυο και μου φάνηκε ενδιαφέρον.
قرأت مقالاً عشوائياً على الإنترنت ووجدته مثيرًا للاهتمام.
▶
Επέλεξα τυχαία μία ταινία για να δω από τη λίστα.
اخترت فيلمًا عشوائيًا لمشاهدته من القائمة.