Definition
▶
καθυστέρηση
kathystérisi
Η καθυστέρηση είναι η χρονική μετατόπιση ή η αναβολή μιας προγραμματισμένης ενέργειας ή γεγονότος.
التأخير هو الإزاحة الزمنية أو تأجيل فعل أو حدث مخطط له.
▶
Η καθυστέρηση της πτήσης μας προκάλεσε πολλή αναστάτωση.
تسبب تأخير رحلتنا في الكثير من الارتباك.
▶
Η καθυστέρηση στην παράδοση του πακέτου ήταν απροσδόκητη.
كان التأخير في تسليم الطرد غير متوقع.
▶
Ελπίζω να μην υπάρχει καθυστέρηση στην έναρξη της συνάντησης.
آمل ألا يكون هناك تأخير في بدء الاجتماع.