Definition
▶
απαραίτητος
aparaítitos
Ο όρος 'απαραίτητος' αναφέρεται σε κάτι που είναι αναγκαίο ή ουσιώδες για την εκπλήρωση μιας ανάγκης ή στόχου.
المصطلح 'ضروري' يشير إلى شيء يعتبر أساسياً أو حيوياً لتحقيق حاجة أو هدف.
▶
Η εκπαίδευση είναι απαραίτητος παράγοντας για την επιτυχία.
التعليم هو عامل ضروري للنجاح.
▶
Η σωστή διατροφή είναι απαραίτητος για την υγεία μας.
التغذية السليمة ضرورية لصحتنا.
▶
Για να ολοκληρώσεις το έργο, είναι απαραίτητος ο χρόνος.
لإكمال المشروع، الوقت ضروري.