Definition
▶
στιγμή
stigmí
Η στιγμή είναι μια πολύ μικρή μονάδα χρόνου ή ένα σημείο που μπορεί να παρατηρηθεί.
اللحظة هي وحدة زمنية صغيرة جدًا أو نقطة يمكن ملاحظتها.
▶
Έβαλα μια στιγμή στο χαρτί για να δείξω την ακριβή θέση.
وضعت نقطة على الورقة لأظهر الموقع الدقيق.
▶
Η στιγμή που έκανα τη σωστή κίνηση ήταν καθοριστική.
كانت النقطة التي قمت فيها بالحركة الصحيحة حاسمة.
▶
Πρέπει να βάλεις μια στιγμή στο σχέδιο για να είναι πιο κατανοητό.
يجب أن تضع نقطة في التصميم ليكون أكثر وضوحًا.