Definition
▶
μαγείρεμα
mageirema
Το μαγείρεμα είναι η διαδικασία προετοιμασίας φαγητού με θερμική επεξεργασία.
الطهي هو عملية إعداد الطعام من خلال المعالجة الحرارية.
▶
Το μαγείρεμα απαιτεί υπομονή και προσοχή.
الطهي يتطلب الصبر والتركيز.
▶
Κάθε Παρασκευή κάνω μαγείρεμα για την οικογένειά μου.
كل يوم جمعة أقوم بالطهي لعائلتي.
▶
Μου αρέσει να παρακολουθώ εκπομπές μαγειρικής για να μάθω νέα μαγείρεμα.
أحب مشاهدة برامج الطهي لأتعلم طرق طهي جديدة.