Definition
▶
υποστηρίζω
ypostirizo
Υποστηρίζω σημαίνει παρέχω βοήθεια ή στήριξη σε κάποιον ή σε κάτι.
أعني أن أقدم المساعدة أو الدعم لشخص أو شيء ما.
▶
Υποστηρίζω την ομάδα μου σε κάθε αγώνα.
أدعم فريقي في كل مباراة.
▶
Η κυβέρνηση υποστηρίζει τις νέες επιχειρήσεις.
تدعم الحكومة الشركات الجديدة.
▶
Πρέπει να υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον.
يجب علينا دعم بعضنا البعض.