Definition
▶
προσωρινός
prosorinós
Ο προσωρινός είναι κάτι που έχει περιορισμένη διάρκεια ή διάρκεια που δεν είναι μόνιμη.
المؤقت هو شيء له مدة محدودة أو فترة ليست دائمة.
▶
Η εργασία που έχω είναι προσωρινή και θα τελειώσει σε έξι μήνες.
العمل الذي لدي مؤقت وسينتهي في غضون ستة أشهر.
▶
Χρειαζόμαστε έναν προσωρινό υπεύθυνο μέχρι να βρούμε κάποιον μόνιμο.
نحتاج إلى مسؤول مؤقت حتى نجد شخصًا دائمًا.
▶
Το προσωρινό κατάλυμα ήταν άνετο, αλλά όχι για μεγάλο χρονικό διάστημα.
كان الإقامة المؤقتة مريحة، لكن ليست لفترة طويلة.