Definition
▶
ενθουσιώδης
enthousiódis
Ο ενθουσιώδης είναι αυτός που εκφράζει ή βιώνει έντονο ενθουσιασμό και πάθος για κάτι.
الشخص المتحمس هو من يعبر أو يعيش حماساً شديداً وشغفاً تجاه شيء ما.
▶
Ο Δημήτρης είναι ενθουσιώδης για το νέο του έργο.
ديميتريس متحمس لمشروعه الجديد.
▶
Η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού ήταν απρόσμενη.
رد فعل الجمهور المتحمس كان غير متوقع.
▶
Η ενθουσιώδης συμμετοχή των μαθητών έκανε την τάξη πιο ζωντανή.
مشاركة الطلاب المتحمسين جعلت الصف أكثر حيوية.