Definition
▶
συγκριτικός
synkritikós
Ο συγκριτικός βαθμός είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να συγκρίνουμε δύο ή περισσότερα πράγματα.
الدرجة المقارنة هي الطريقة التي نستخدمها لمقارنة شيئين أو أكثر.
▶
Ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου 'καλός' είναι 'καλύτερος'.
الدرجة المقارنة من الصفة 'جيد' هي 'أفضل'.
▶
Στην ελληνική γλώσσα, οι συγκριτικοί βαθμοί χρησιμοποιούνται συχνά για να δείξουν διαφορές.
في اللغة اليونانية، تُستخدم الدرجات المقارنة غالبًا لإظهار الفروق.
▶
Η συγκριτική ανάλυση των δεδομένων αποκάλυψε σημαντικές τάσεις.
التحليل المقارن للبيانات كشف عن اتجاهات مهمة.