Definition
▶
προβλέπω
provlépω
Η ικανότητα να γνωρίζεις ή να προβλέπεις κάτι που θα συμβεί στο μέλλον.
القدرة على معرفة أو توقع شيء سيحدث في المستقبل.
▶
Μπορώ να προβλέψω την έκβαση του αγώνα.
يمكنني أن أتوقع نتيجة المباراة.
▶
Οι επιστήμονες προβλέπουν αύξηση της θερμοκρασίας.
يتوقع العلماء زيادة في درجة الحرارة.
▶
Ελπίζω να μπορώ να προβλέψω τις ανάγκες της αγοράς.
آمل أن أتمكن من توقع احتياجات السوق.