Definition
▶
μαμά
mamá
Η μαμά είναι η μητέρα ενός παιδιού, που προσφέρει αγάπη και φροντίδα.
الأم هي والدة طفل، تقدم الحب والرعاية.
▶
Η μαμά μου φτιάχνει πάντα νόστιμα γεύματα.
أمي دائمًا تعد وجبات لذيذة.
▶
Η μαμά μας μας διαβάζει παραμύθια πριν κοιμηθούμε.
أمي تقرأ لنا قصصًا قبل أن ننام.
▶
Η μαμά εργάζεται σκληρά για να μας παρέχει ό,τι χρειαζόμαστε.
أمي تعمل بجد لتوفر لنا كل ما نحتاجه.