Definition
▶
καθισμένος
kathisménos
Ο όρος 'καθισμένος' αναφέρεται σε κάποιον που βρίσκεται σε καθιστή θέση.
مصطلح 'جالس' يشير إلى شخص يتواجد في وضعية الجلوس.
▶
Ο Γιάννης είναι καθισμένος στον καναπέ και διαβάζει ένα βιβλίο.
يتمركز يانيس جالسًا على الأريكة ويقرأ كتابًا.
▶
Τα παιδιά είναι καθισμένα γύρω από το τραπέζι και παίζουν παιχνίδια.
الأطفال جالسون حول الطاولة ويلعبون الألعاب.
▶
Η δασκάλα ζήτησε από τους μαθητές να είναι καθισμένοι κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
طلبت المعلمة من الطلاب أن يكونوا جالسين أثناء الدرس.