Definition
▶
ενσυναίσθηση
ensynésthisi
Η ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να κατανοούμε και να μοιραζόμαστε τα συναισθήματα των άλλων.
التعاطف هو القدرة على فهم ومشاركة مشاعر الآخرين.
▶
Η ενσυναίσθηση είναι σημαντική για την οικοδόμηση ισχυρών σχέσεων.
التعاطف مهم لبناء علاقات قوية.
▶
Χρειάζεται ενσυναίσθηση για να κατανοήσουμε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι άλλοι.
نحتاج إلى التعاطف لفهم التحديات التي يواجهها الآخرون.
▶
Η δασκάλα έδειξε ενσυναίσθηση όταν άκουσε τα προβλήματα των μαθητών της.
أظهرت المعلمة التعاطف عندما استمعت إلى مشاكل طلابها.