Definition
▶
τρέχω
tréchω
Η λέξη "τρέχω" σημαίνει την κίνηση που γίνεται με τα πόδια σε γρήγορο ρυθμό.
تَعني كلمة "أركض" الحركة التي تُجرى بالأقدام بسرعة.
▶
Αύριο θα τρέχω στο πάρκο το πρωί.
غدًا سأركض في الحديقة في الصباح.
▶
Ο γιος μου τρέχει στον αγώνα δρόμου.
ابني يركض في سباق الجري.
▶
Μου αρέσει να τρέχω για να διατηρώ τη φόρμα μου.
أحب أن أركض للحفاظ على لياقتي البدنية.