Definition
▶
παρεμβαίνω
paremváinō
Η παρεμβαίνω σημαίνει να εισέρχεσαι σε μια κατάσταση ή διαδικασία με σκοπό να επηρεάσεις ή να αλλάξεις την έκβαση της.
تعني التدخل دخولك في حالة أو عملية بهدف التأثير أو تغيير نتائجها.
▶
Δεν είναι σωστό να παρεμβαίνω στις υποθέσεις των άλλων.
ليس من الصحيح أن أتدخل في شؤون الآخرين.
▶
Ο δάσκαλος παρεμβαίνει για να βοηθήσει τους μαθητές του.
المعلم يتدخل لمساعدة طلابه.
▶
Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν παρεμβαίνουμε σε οικογενειακές διαφωνίες.
يجب أن نكون حذرين عندما نتدخل في الخلافات الأسرية.