Definition
▶
δουλειά
douleiá
Η δουλειά αναφέρεται στην κατάσταση της σκλαβιάς, όπου ένα άτομο είναι υποχρεωμένο να εργάζεται χωρίς ελευθερία.
العبودية تشير إلى حالة الشخص الذي يُجبر على العمل دون حرية.
▶
Η δουλειά ήταν σκληρή και δεν είχαμε την ελευθερία να φύγουμε.
كانت العبودية قاسية ولم يكن لدينا حرية المغادرة.
▶
Πολλοί άνθρωποι έχουν υποφέρει από δουλειά σε διάφορες ιστορικές περιόδους.
عانى العديد من الناس من العبودية في فترات تاريخية مختلفة.
▶
Η απελευθέρωση από τη δουλειά ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία.
كان التحرر من العبودية حدثًا مهمًا في التاريخ.