Definition
▶
απαιτώ
apaïtó
Απαιτώ σημαίνει ότι ζητώ κάτι που είναι αναγκαίο ή υποχρεωτικό.
يتطلب يعني أنني أطلب شيئًا ضروريًا أو إلزاميًا.
▶
Απαιτώ τη συνεργασία σας για αυτό το έργο.
أطلب تعاونكم لهذا المشروع.
▶
Η εργασία απαιτεί προσοχή και αφοσίωση.
يتطلب العمل التركيز والتفاني.
▶
Απαιτώ σεβασμό από τους συνεργάτες μου.
أطلب الاحترام من زملائي.