Definition
▶
αναζητώ
anazitó
Η λέξη 'αναζητώ' σημαίνει την προσπάθεια εύρεσης ή ανακάλυψης κάτι που λείπει ή επιθυμείς.
كلمة 'αναζητώ' تعني الجهود المبذولة للعثور على شيء مفقود أو مرغوب فيه.
▶
Αναζητώ την καλύτερη δουλειά για μένα.
أبحث عن أفضل وظيفة تناسبني.
▶
Αναζητώ πληροφορίες για το επόμενο ταξίδι μου.
أبحث عن معلومات لرحلتي القادمة.
▶
Αναζητώ το βιβλίο που δανείστηκα πριν από ένα μήνα.
أبحث عن الكتاب الذي استعرته قبل شهر.