Definition
▶
προοπτική
prooptikí
Η προοπτική είναι η αντίληψη ή η οπτική γωνία από την οποία βλέπουμε ή ερμηνεύουμε μια κατάσταση ή ένα γεγονός.
المنظور هو الفهم أو الزاوية التي نرى أو نفسر بها حالة أو حدثًا.
▶
Η προοπτική ενός καλλιτέχνη μπορεί να αλλάξει τη φύση ενός έργου.
يمكن أن يغير منظور الفنان طبيعة العمل.
▶
Η προοπτική ενός μαθητή για τη ζωή μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις του.
يمكن أن يؤثر منظور الطالب للحياة على قراراته.
▶
Αυτή η προοπτική μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάσταση.
هذا المنظور يساعدنا على فهم الوضع بشكل أفضل.