Definition
▶
περίπλοκος
períplokos
Ο περίπλοκος είναι κάτι που έχει πολλές λεπτομέρειες ή δυσκολίες και δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί ή να επιλυθεί.
المعقد هو شيء يحتوي على العديد من التفاصيل أو الصعوبات وليس من السهل فهمه أو حله.
▶
Η μαθηματική εξίσωση ήταν πολύ περίπλοκη και χρειάστηκε χρόνος για να την κατανοήσουμε.
كانت المعادلة الرياضية معقدة للغاية واستغرقنا وقتًا لفهمها.
▶
Η διαδικασία της ανακαίνισης του σπιτιού αποδείχθηκε περίπλοκη και απαιτούσε περισσότερους πόρους από ότι περιμέναμε.
أثبتت عملية تجديد المنزل أنها معقدة واحتاجت إلى موارد أكثر مما كنا نتوقع.
▶
Η ιστορία του βιβλίου είναι περίπλοκη αλλά και πολύ ενδιαφέρουσα.
قصة الكتاب معقدة لكنها مثيرة جدًا للاهتمام.