Definition
▶
προσπαθώ
prospatho
Προσπαθώ σημαίνει να καταβάλω προσπάθεια για να πετύχω κάτι.
أحاول تعني بذل جهد لتحقيق شيء.
▶
Προσπαθώ να μάθω μια νέα γλώσσα.
أحاول أن أتعلم لغة جديدة.
▶
Προσπαθώ να διαβάσω αυτό το βιβλίο κάθε βράδυ.
أحاول قراءة هذا الكتاب كل ليلة.
▶
Προσπαθώ να βρω μια λύση στο πρόβλημά μου.
أحاول إيجاد حل لمشكلتي.