Definition
▶
αβεβαιότητα
avevaiotita
Η αβεβαιότητα είναι η κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει σαφής γνώση ή πρόβλεψη για το μέλλον.
عدم اليقين هو الحالة التي لا يوجد فيها معرفة واضحة أو توقع للمستقبل.
▶
Η αβεβαιότητα για την οικονομία προκαλεί ανησυχία στους πολίτες.
عدم اليقين بشأن الاقتصاد يسبب القلق للمواطنين.
▶
Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, υπήρξε αβεβαιότητα για το ποιος θα είναι ο νέος διευθυντής.
بعد إعلان النتائج، كان هناك عدم يقين حول من سيكون المدير الجديد.
▶
Η αβεβαιότητα σχετικά με την κατεύθυνση των πολιτικών αποφάσεων είναι εμφανής.
عدم اليقين بشأن اتجاه القرارات السياسية واضح.