Definition
▶
αργά
arga
Αργά σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει ή γίνεται σε αργό ρυθμό ή μετά από την προγραμματισμένη ώρα.
ببطء يعني أن شيئًا ما يحدث أو يتم بمعدل بطيء أو بعد الوقت المحدد.
▶
Έφτασα αργά στη συνάντηση και όλοι με κοίταξαν.
وصلت ببطء إلى الاجتماع ووجدني الجميع ينظر إلي.
▶
Πρέπει να δουλέψω αργά και προσεκτικά για να ολοκληρώσω το έργο.
يجب أن أعمل ببطء وبحذر لإنهاء المشروع.
▶
Ο ήλιος δύει αργά το καλοκαίρι.
تغرب الشمس ببطء في الصيف.