Definition
▶
κάνω
kano
Ο όρος 'κάνω' σημαίνει να εκτελώ μια ενέργεια ή να πραγματοποιώ κάτι.
مصطلح 'κάνω' يعني تنفيذ عمل أو تحقيق شيء.
▶
Κάνω την εργασία μου κάθε μέρα.
أقوم بعملي كل يوم.
▶
Έχω να κάνω μια σημαντική παρουσίαση αύριο.
يجب أن أقوم بعرض مهم غدًا.
▶
Τι κάνεις για να χαλαρώσεις;
ماذا تفعل للاسترخاء؟