Definition
▶
κενό
keno
Το κενό είναι ο χώρος ή η κατάσταση που δεν περιέχει ύλη ή είναι απαλλαγμένος από αντικείμενα.
الفراغ هو المساحة أو الحالة التي لا تحتوي على مادة أو خالية من الأشياء.
▶
Ο αέρας είναι ένα κενό που περιβάλλει τη Γη.
الهواء هو فراغ يحيط بالأرض.
▶
Στο κενό του διαστήματος, δεν υπάρχει ατμόσφαιρα.
في فراغ الفضاء، لا توجد جو.
▶
Η καρδιά του προβλήματος είναι το κενό στην επικοινωνία.
جوهر المشكلة هو الفراغ في التواصل.