Definition
▶
προσαρμογή
prosaromí
Η προσαρμογή είναι η διαδικασία προσαρμογής ή ρύθμισης σε νέες συνθήκες ή απαιτήσεις.
التكيف هو عملية التكيف أو التعديل على ظروف أو متطلبات جديدة.
▶
Η προσαρμογή στις νέες τεχνολογίες είναι απαραίτητη για την επιτυχία.
التكيف مع التقنيات الجديدة ضروري لتحقيق النجاح.
▶
Η προσαρμογή του σχεδίου έγινε μετά από τις παρατηρήσεις των πελατών.
تم تعديل الخطة بعد ملاحظات العملاء.
▶
Η προσαρμογή του χώρου εργασίας για άτομα με αναπηρίες είναι σημαντική.
تعديل مساحة العمل للأشخاص ذوي الإعاقة أمر مهم.