Definition
▶
νύχτα
nýchta
Η νύχτα είναι η περίοδος του 24ωρου κατά την οποία το φως του ήλιου λείπει και επικρατεί το σκοτάδι.
الليل هو الفترة من 24 ساعة التي يغيب فيها ضوء الشمس ويعم الظلام.
▶
Στην νύχτα, τα αστέρια είναι ορατά στον ουρανό.
في الليل، تكون النجوم مرئية في السماء.
▶
Η νύχτα είναι η καλύτερη στιγμή για να κοιμηθείς.
الليل هو أفضل وقت للنوم.
▶
Ακούω τον ήχο των πουλιών το πρωί, αλλά τη νύχτα είναι ήσυχα.
أسمع صوت الطيور في الصباح، لكن في الليل يكون هادئًا.