Definition
▶
ασφαλής
asfalís
Ο όρος 'ασφαλής' αναφέρεται σε κάτι που παρέχει ασφάλεια ή προστασία, χωρίς κίνδυνο ή απειλή.
مصطلح 'آمن' يشير إلى شيء يوفر الأمان أو الحماية، دون خطر أو تهديد.
▶
Νιώθω ασφαλής στο σπίτι μου.
أشعر بالأمان في منزلي.
▶
Η ζώνη ασφαλείας με κρατάει ασφαλή κατά την οδήγηση.
حزام الأمان يحافظ عليّ آمناً أثناء القيادة.
▶
Αυτή η περιοχή είναι πολύ ασφαλής για τα παιδιά.
هذه المنطقة آمنة جداً للأطفال.