Definition
▶
αυθόρμητος
afthórmitos
Αυθόρμητος είναι ο άνθρωπος ή η πράξη που γίνεται χωρίς προγραμματισμό ή σκέψη, με φυσικό και αυθόρμητο τρόπο.
عفوي هو الإنسان أو الفعل الذي يحدث دون تخطيط أو تفكير، بطريقة طبيعية وعفوية.
▶
Η αυθόρμητη απόφαση του να ταξιδέψει τον έκανε πιο ευτυχισμένο.
قراره العفوي بالسفر جعله أكثر سعادة.
▶
Ο αυθόρμητος χορός της ομάδας ενθουσίασε το κοινό.
رقصة الفريق العفوية أبهرت الجمهور.
▶
Αυθόρμητες ιδέες συχνά οδηγούν σε δημιουργικές λύσεις.
الأفكار العفوية غالبًا ما تؤدي إلى حلول إبداعية.