Definition
▶
ματαιότητα
mataiótita
Η ματαιότητα είναι η κατάσταση ή η αίσθηση του κενότητας και της ασήμαντης ύπαρξης, όπου οι προσπάθειες και οι φιλοδοξίες φαίνονται χωρίς νόημα.
العبثية هي الحالة أو الشعور بالفراغ وعدم الأهمية في الوجود، حيث تبدو الجهود والطموحات بلا معنى.
▶
Η ματαιότητα του πλούτου δεν αγγίζει την αληθινή ευτυχία.
عبثية المال لا تمس السعادة الحقيقية.
▶
Πολλοί άνθρωποι αναζητούν τη ματαιότητα στην επιτυχία χωρίς να κατανοούν τη σημασία της εσωτερικής ειρήνης.
يبحث العديد من الناس عن العبثية في النجاح دون فهم أهمية السلام الداخلي.
▶
Η ματαιότητα των κοινωνικών μέσων μπορεί να επηρεάσει την ψυχολογία των νέων.
يمكن أن تؤثر عبثية وسائل التواصل الاجتماعي على نفسية الشباب.