Definition
▶
συνεργασία
synergasía
Η συνεργασία είναι η διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερα άτομα ή ομάδες εργάζονται μαζί για την επίτευξη ενός κοινού στόχου.
التعاون هو العملية التي يعمل فيها شخصان أو أكثر معًا لتحقيق هدف مشترك.
▶
Η επιτυχία αυτού του έργου απαιτεί στενή συνεργασία μεταξύ των μελών της ομάδας.
نجاح هذا المشروع يتطلب تعاونًا وثيقًا بين أعضاء الفريق.
▶
Η συνεργασία των δύο εταιριών οδήγησε σε καινοτόμες λύσεις.
تعاون الشركتين أدى إلى حلول مبتكرة.
▶
Η κυβέρνηση προωθεί τη συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς για την αντιμετώπιση της κρίσης.
تروج الحكومة للتعاون مع المنظمات الدولية لمواجهة الأزمة.