Definition
▶
Πράσινος
Prásinos
Ο όρος 'Πράσινος' αναφέρεται στο χρώμα που προκύπτει από την ανάμειξη του κίτρινου και του μπλε, και συνδέεται συχνά με τη φύση και την ανανέωση.
Der Begriff 'Grün' bezieht sich auf die Farbe, die durch die Mischung von Gelb und Blau entsteht und oft mit der Natur und Erneuerung assoziiert wird.
▶
Ο τοίχος του δωματίου είναι πράσινος.
Die Wand des Zimmers ist grün.
▶
Τα φύλλα των δέντρων γίνονται πράσινα την άνοιξη.
Die Blätter der Bäume werden im Frühling grün.
▶
Φοράω ένα πράσινο πουκάμισο σήμερα.
Ich trage heute ein grünes Hemd.