Definition
▶
Άσπρος
Áspros
Ο όρος 'Άσπρος' αναφέρεται σε ένα χρώμα που είναι το αντίθετο του μαύρου και συνήθως σχετίζεται με τη καθαρότητα και τη φωτεινότητα.
Der Begriff 'weiß' bezieht sich auf eine Farbe, die das Gegenteil von Schwarz ist und normalerweise mit Reinheit und Helligkeit assoziiert wird.
▶
Ο τοίχος είναι άσπρος και φωτεινός.
Die Wand ist weiß und hell.
▶
Φόρεσα ένα άσπρο πουκάμισο για τη συνέντευξη.
Ich trug ein weißes Hemd zum Vorstellungsgespräch.
▶
Οι χιονισμένες κορυφές των βουνών είναι άσπρες.
Die schneebedeckten Gipfel der Berge sind weiß.