Definition
▶
φαγητό
faghtó
Το φαγητό είναι η ουσία που καταναλώνουμε για να καλύψουμε τις διατροφικές μας ανάγκες.
Essen ist die Substanz, die wir konsumieren, um unseren Nahrungsbedarf zu decken.
▶
Το φαγητό που ετοίμασε η μητέρα μου είναι νόστιμο.
Das Essen, das meine Mutter zubereitet hat, ist lecker.
▶
Πρέπει να παραγγείλουμε φαγητό γιατί δεν έχουμε προλάβει να μαγειρέψουμε.
Wir müssen Essen bestellen, weil wir es nicht geschafft haben zu kochen.
▶
Στην εκδρομή φέραμε αρκετό φαγητό για όλους.
Auf dem Ausflug haben wir genug Essen für alle mitgebracht.