Definition
▶
ήλιος
ílios
Ο ήλιος είναι το αστέρι του ηλιακού μας συστήματος, που παρέχει φως και θερμότητα στη Γη.
Die Sonne ist der Stern unseres Sonnensystems, der der Erde Licht und Wärme spendet.
▶
Ο ήλιος λάμπει στον ουρανό σήμερα.
Die Sonne scheint heute am Himmel.
▶
Πρέπει να προστατευτούμε από τον ήλιο όταν είναι πολύ δυνατός.
Wir müssen uns vor der Sonne schützen, wenn sie sehr stark ist.
▶
Ο ήλιος ανατέλλει το πρωί και δύει το βράδυ.
Die Sonne geht morgens auf und abends unter.