Definition
▶
χρόνος
chrónos
Ο χρόνος είναι μια μονάδα μέτρησης που αντιπροσωπεύει τη διάρκεια ενός έτους.
Die Zeit ist eine Maßeinheit, die die Dauer eines Jahres repräsentiert.
▶
Ο χρόνος περνάει γρήγορα όταν είσαι ευτυχισμένος.
Die Zeit vergeht schnell, wenn man glücklich ist.
▶
Φέτος ο χρόνος είναι δύσκολος για όλους.
Dieses Jahr ist für alle schwierig.
▶
Κάθε χρόνος φέρνει νέες προκλήσεις και ευκαιρίες.
Jedes Jahr bringt neue Herausforderungen und Chancen.