Definition
▶
μάτι
mátі
Το μάτι είναι το όργανο της όρασης που μας επιτρέπει να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας.
Das Auge ist das Organ des Sehens, das es uns ermöglicht, die Welt um uns herum zu sehen.
▶
Το μάτι μου πονάει όταν διαβάζω πολύ ώρα.
Mein Auge tut weh, wenn ich lange lese.
▶
Έχει όμορφα μάτια που λάμπουν.
Sie hat schöne Augen, die leuchten.
▶
Πρέπει να προστατεύεις τα μάτια σου από τον ήλιο.
Du musst deine Augen vor der Sonne schützen.