Definition
▶
αξιοθέατο
axio théato
Αξιοθέατο είναι ένα μέρος ή αντικείμενο που προσελκύει επισκέπτες λόγω της ομορφιάς, της ιστορίας ή της πολιτιστικής του αξίας.
Eine Sehenswürdigkeit ist ein Ort oder Objekt, das Besucher aufgrund seiner Schönheit, Geschichte oder kulturellen Bedeutung anzieht.
▶
Το Παρθενώνα είναι ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της Αθήνας.
Der Parthenon ist eines der bekanntesten Sehenswürdigkeiten Athens.
▶
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας, επισκεφθήκαμε πολλά αξιοθέατα στην Ιταλία.
Während unserer Reise haben wir viele Sehenswürdigkeiten in Italien besucht.
▶
Αυτό το αξιοθέατο προσελκύει χιλιάδες τουρίστες κάθε χρόνο.
Dieses Sehenswürdigkeit zieht jedes Jahr Tausende von Touristen an.