Definition
▶
πολύ
poly
Η λέξη "πολύ" χρησιμοποιείται για να ενισχύσει την έννοια ενός επιθέτου ή ρήματος, υποδηλώνοντας ότι κάτι είναι σε μεγάλο βαθμό ή σε υψηλό βαθμό.
Das Wort "πολύ" wird verwendet, um die Bedeutung eines Adjektivs oder Verbs zu verstärken, was darauf hinweist, dass etwas in hohem Maße oder in großem Umfang ist.
▶
Η ταινία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.
Der Film war sehr interessant.
▶
Το φαγητό ήταν πολύ νόστιμο.
Das Essen war sehr lecker.
▶
Αυτή η εργασία είναι πολύ δύσκολη.
Diese Aufgabe ist sehr schwierig.