Definition
▶
πολύτιμος
polytimos
Ο όρος 'πολύτιμος' αναφέρεται σε κάτι που έχει μεγάλη αξία ή σημασία, συχνά χρησιμοποιούμενος για αντικείμενα ή ανθρώπους που θεωρούνται ανεκτίμητοι.
Der Begriff 'πολύτιμος' bezieht sich auf etwas von großem Wert oder Bedeutung, oft verwendet für Objekte oder Menschen, die als unbezahlbar gelten.
▶
Αυτό το κόσμημα είναι πολύτιμος θησαυρός για την οικογένειά μου.
Dieses Schmuckstück ist ein kostbarer Schatz für meine Familie.
▶
Η φιλία του είναι πολύτιμος για μένα.
Seine Freundschaft ist wertvoll für mich.
▶
Αυτή η εμπειρία ήταν πολύτιμος για την καριέρα μου.
Diese Erfahrung war wertvoll für meine Karriere.