Definition
▶
μπαμπάς
bampas
Ο μπαμπάς είναι ο πατέρας ενός παιδιού, ο οποίος έχει ρόλο φροντίδας και προστασίας.
Der Papa ist der Vater eines Kindes, der eine fürsorgliche und schützende Rolle hat.
▶
Ο μπαμπάς μου με βοηθάει πάντα στα μαθήματά μου.
Mein Papa hilft mir immer bei meinen Hausaufgaben.
▶
Κάθε Κυριακή πηγαίνω στο πάρκο με τον μπαμπά μου.
Jeden Sonntag gehe ich mit meinem Papa in den Park.
▶
Ο μπαμπάς μου είναι πολύ καλός μάγειρας.
Mein Papa ist ein sehr guter Koch.