Definition
▶
διαφορετικός
diaforetikos
Ο όρος 'διαφορετικός' αναφέρεται σε κάτι που δεν είναι το ίδιο με κάτι άλλο, που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες.
Der Begriff 'anders' bezieht sich auf etwas, das nicht dasselbe wie etwas anderes ist, das unterschiedliche Merkmale oder Eigenschaften hat.
▶
Αυτές οι δύο ιδέες είναι διαφορετικές.
Diese beiden Ideen sind anders.
▶
Ο Παύλος έχει μια διαφορετική άποψη από τη Μαρία.
Paul hat eine andere Meinung als Maria.
▶
Το νέο σχέδιο είναι πολύ διαφορετικό από το παλιό.
Das neue Design ist sehr anders als das alte.