Definition
▶
αναντίρρητα
anantírrita
Ο όρος 'αναντίρρητα' χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι αναμφισβήτητο ή που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Der Begriff 'unbestreitbar' wird verwendet, um etwas zu beschreiben, das unbestreitbar oder nicht angefochten werden kann.
▶
Η επιτυχία του προγράμματος είναι αναντίρρητα γεγονός.
Der Erfolg des Programms ist unbestreitbare Tatsache.
▶
Αναντίρρητα, η εκπαίδευση είναι το κλειδί για την πρόοδο.
Unbestreitbar ist Bildung der Schlüssel zum Fortschritt.
▶
Αναντίρρητα, η εργασία του ήταν καθοριστική για την ομάδα.
Unbestreitbar war seine Arbeit entscheidend für das Team.