Definition
▶
μήλο
mílo
Το μήλο είναι ένα φρούτο που έχει στρογγυλό σχήμα και συνήθως είναι κόκκινο ή πράσινο.
Der Apfel ist eine Frucht, die eine runde Form hat und normalerweise rot oder grün ist.
▶
Αγόρασα ένα μήλο από το σούπερ μάρκετ.
Ich habe einen Apfel im Supermarkt gekauft.
▶
Το μήλο είναι ένα υγιεινό σνακ.
Der Apfel ist ein gesunder Snack.
▶
Παιδιά, ποιο είναι το αγαπημένο σας μήλο;
Kinder, was ist euer Lieblingsapfel?