Definition
▶
δημιουργικός
dimiourgikós
Η λέξη 'δημιουργικός' αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που έχει την ικανότητα να δημιουργεί και να εκφράζει πρωτότυπες ιδέες ή έργα.
Das Wort 'kreativ' bezieht sich auf jemanden oder etwas, das die Fähigkeit hat, originale Ideen oder Werke zu schaffen und auszudrücken.
▶
Ο Μάικ είναι πολύ δημιουργικός καλλιτέχνης.
Mike ist ein sehr kreativer Künstler.
▶
Η ομάδα μας χρειάζεται έναν δημιουργικό σχεδιαστή για το νέο μας πρότζεκτ.
Unser Team benötigt einen kreativen Designer für unser neues Projekt.
▶
Το βιβλίο της είναι γεμάτο από δημιουργικές ιστορίες.
Ihr Buch ist voller kreativer Geschichten.