Definition
▶
κοινωνία
koinonía
Η κοινωνία αναφέρεται σε μια ομάδα ανθρώπων που ζουν μαζί και μοιράζονται κοινές αξίες, κανόνες και πολιτισμό.
Die Gesellschaft bezeichnet eine Gruppe von Menschen, die zusammenleben und gemeinsame Werte, Regeln und Kultur teilen.
▶
Η κοινωνία μας είναι ποικιλόμορφη και γεμάτη από διαφορετικούς πολιτισμούς.
Unsere Gesellschaft ist vielfältig und voller unterschiedlicher Kulturen.
▶
Η κοινωνία πρέπει να συνεργαστεί για την επίλυση των προβλημάτων.
Die Gesellschaft muss zusammenarbeiten, um die Probleme zu lösen.
▶
Η κοινωνία των πολιτών έχει σημαντικό ρόλο στη δημοκρατία.
Die Zivilgesellschaft spielt eine wichtige Rolle in der Demokratie.