Definition
▶
ιδιαιτερότητα
idiaiterótita
Η ιδιαιτερότητα είναι η μοναδική ή ξεχωριστή ποιότητα ενός ατόμου ή ενός αντικειμένου που το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα.
Die Besonderheit ist die einzigartige oder besondere Eigenschaft einer Person oder eines Objekts, die sie von anderen unterscheidet.
▶
Η ιδιαιτερότητα του πίνακα τον καθιστά πολύτιμο.
Die Besonderheit des Gemäldes macht es wertvoll.
▶
Η ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς της την κάνει μοναδική.
Die Besonderheit ihrer Persönlichkeit macht sie einzigartig.
▶
Η ιδιαιτερότητα αυτού του αρχαίου κτιρίου είναι η αρχιτεκτονική του.
Die Besonderheit dieses antiken Gebäudes ist seine Architektur.